ἀσπάσιος

ἀσπάσιος
Page in Frisk: 1,168

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀσπάσιος — welcome masc nom sg ἀσπάσιος welcome masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσπάσιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασπάσιος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Χαράκτης (β’ μισό 1ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. μ.Χ.). Έκανε αντίγραφο της Παρθένου Αθηνάς του Φειδία σε δακτυλιόλιθο (Μουσείο Βιέννης). 2. Ρήτορας από την Τύρο, της ελληνορωμαϊκής περιόδου. Έγραψε ιστορία της Τύρου. 3 …   Dictionary of Greek

  • ἀσπασιώτατα — ἀσπάσιος welcome adverbial superl ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc superl pl ἀσπάσιος welcome adverbial superl ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασιώτατον — ἀσπάσιος welcome masc acc superl sg ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc superl sg ἀσπάσιος welcome masc acc superl sg ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασίως — ἀσπάσιος welcome adverbial ἀσπάσιος welcome masc acc pl (doric) ἀσπάσιος welcome adverbial ἀσπάσιος welcome masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάσιον — ἀσπάσιος welcome masc acc sg ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc sg ἀσπάσιος welcome masc/fem acc sg ἀσπάσιος welcome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασίων — ἀσπάσιος welcome fem gen pl ἀσπάσιος welcome masc/neut gen pl ἀσπάσιος welcome masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασίοις — ἀσπάσιος welcome masc/neut dat pl ἀσπάσιος welcome masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασίοισι — ἀσπάσιος welcome masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀσπάσιος welcome masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασίου — ἀσπάσιος welcome masc/neut gen sg ἀσπάσιος welcome masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.